Λάτρευες τον Παράδεισο μικρέ μου Άγγελε κι όμως έπεσες από την αγκαλη του ουράνιου θόλου. Με σπασμένα φτερά λουσμένα στο αίμα, τσαλαπατημένα πούπουλα, σημάδια άφηνες πίσω σου. Φυλακτά για τους αγαπημένους σου. Πες μου τι ήταν αυτό που σου πρόσφερε ο αρχον του κόσμου να ζήσεις. Μήπως δεν ήταν αρκετή η γαλήνη; Μήπως η αρμονία ήταν εκκωφαντικη; Οι επουράνιες λύρες ξεκούρδιστες και η πλάση μια οφθαλμαπάτη;
Ποθησες να πορευτείς ανάμεσα στους ανθρώπους, να γευτείς συναισθήματα! Να νιώσεις σπουδαία ή μήπως ήθελες κάτι μεγαλύτερο, να βιώσεις την συμπαντική ενσυναίσθηση; Να συλλέξεις εμπειρίες που η αγιοσύνη των αγγέλων μόνη της συνθέτει! Τι είναι αυτό που πόθησες; Σηκώνεσαι από το χιόνι και περπατάς! Τα φτερά σου άλλαξαν χρώμα, είναι φλογέρα αξιοθαύμαστα! Κάθε καλιτεχνης θα πουλούσε να αποτυπώσει στον καμβά του. Ο κόσμος χαώδης κι εσύ εκεί μπροστά. Ετοιμάζεσαι για ένα ταξίδι αποκτώντας την γνώση της ύπαρξης...