Ο γάτος https://www.pexels.com/Kelvin Valerio

Κάποτε ήταν ένας γάτος. Πονηρός, μα χαδιάρης. Το τρίχωμα του ήταν λευκό στιλπνό και η ουρά του λεία. Εβένινα μπαλώματα κοσμούσαν την γούνα του. Ο Ιωακείμ, το αφεντικό του, τον είχε βρει να γευματίζει στα σκουπίδια μια λαχταριστή κονσέρβα, φασόλια παραγωγής της Κόστα Ρίκα και από εκείνη την μέρα τον αποκαλούσε "Κώστα". Και παρότι του πρόσφερε απλόχερα το σπιτικό του, επιθυμούσε την συντροφιά των φίλων του ώστε νιαουρίζοντας να συζητούν για τους ανθρώπους. Ουκ ολίγες φορές συζητούσαν για τα κατορθώματα τους  και άλλοτε πάλι μοιράζονταν κανένα ψαροκόκαλο. Τίποτα όμως δεν έμοιαζε πιο συναρπαστικό από τις εξερευνήσεις στα σοκάκια της γειτονιάς ή το παιχνίδι στις ταράτσες  υπό το θεραπευτικό φως του ήλιου. Αγκαλιές και φιλιά, αγάπες με το αφεντικό σαν γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά. Τίποτα όμως δεν συγκρινόταν με το να  κουρνιάζει και να κοιτάζει  την πόλη από ψηλά. Έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής. Κινούμενο, με τα ποικιλόχρωμα οχήματα να κινούνται προς αόριστες κατευθύνσεις και τους περαστικούς βιαστικούς να οδεύουν προς τις υποχρεώσεις τους. Ποιος ο λόγος τέτοιας βιασύνης; Στις κεραμοσκεπές μαζεύονταν τα περιστέρια, ήταν εκπληκτικό πόσα νέα τιτίβιζαν. Φιδίσιο καπνό ξέρναγαν οι καμινάδες, άγγιζαν τις παρυφές του ουρανού διαπερνώντας τα σύννεφα. Τα μουστάκια του τινάχτηκαν στην ονειροπόληση λαχταριστών μεζεδακίων πλάι στο τζάκι, μιας και η εστία, η θέρμη στην καρδιά αποτελούσε το θεμέλιο της οικογένειας του. 
Μια μέρα λοιπόν καθώς έκανε τον περίπατο του από μπαλκόνι σε μπαλκόνι είδε μια κοπέλα να κλαίει. Νιαούρισε στην προσπάθεια της να της τραβήξει το ενδιαφέρον. Ποιος ξέρει ίσως να απολάμβανε καμία λιχουδιά. Η νεαρή έτριψε τα κατακόκκινα μάτια της. Ένας λυγμός. Ξεπήδησε από τα χείλη της. Ο γάτος τρίφτηκε  στα πόδια της, καθώς ένιωσε την καρδιά της να βροντοχτυπά. Με δυσκολία επιδίωξε να χαδέψει την ράχη. του φοβούμενη μην την δαγκώσει.

"Ξέρεις πως είναι κάποιες φορές..

Να προσπαθείς...

Κι ύστερα να σε τυλίγει το πένθος..."

Ρούφηξε την μύτη της στα τσαλακωμένο χαρτομάντιλο και έψαξε την τσάντα πλάι της. Σε τυλιγμένο αλουμινόχαρτο, ένα σάντουιτς ξεπρόβαλε στην χούφτα της. Πρόσφερε μια μπουκιά στον γάτο. Γουργούρισε ευτυχισμένος. Η κοπέλα κοίταξε την φωτογραφία της μητέρας της, μπροστά μια δεσμίδα άνθη. Το καντηλάκι δίπλα της έκαιγε αδιάκοπα. Ο  Κόστα δεν άργησε να παρατηρήσει την μικρή φλόγιτσα  και ύστερα το θλιμμένο πρόσωπο της. Έλαμψαν τα καταπράσινα μάτια του. Ξεφύσηξε! Σηκώθηκε παραπατώντας. Η καρέκλα τρέκλισε.. και ένας λυγμός σπάραξε στα σπλάχνα της. Βουβός, μα τα ζώα νιώθουν τις αύρες των ανθρώπων. Ακολούθησε τα βήματα της σαν θέλησε να περάσει στο εσωτερικό του διαμερίσματος, ποιος να ήξερε πόση ώρα είχε περάσει ατενίζοντας τον τουβλινο τοίχο της μεσοτοιχίας πνιγμένη στις σκέψεις της.

"Εδώ είσαι μικρέ κατεργάρη" μια φωνή αντήχησε από το παράθυρο της απέναντι οικείας.
"Καλέ μόνος σου απολαμβάνεις τις λιχουδιές της Άννας; Αν τα φας όλα δεν θα μείνει κάτι γι αυτήν;",επέμεινε το αφεντικό του.

Στο άκουσμα του ονόματος της η κοπέλα γύρισε απότομα. Στην θεά του νεαρού η κοπέλα προσπάθησε να σουλουπωθεί. Μάταιος κόπος μιας  η μάσκαρα είχε  μουτζουρώσει τα χλωμά μαγουλά της  και το μέτωπο της ειχε ζαρώσει από την στεναχώρια. Τι κι αν έστρωσε την μπλούζα της, τι κι αν διόρθωσε τα ατίθασα καστανά τσουλούφια πίσω στην αλογουρά της...

"Δεν με ενοχλεί, μου έκανε παρέα" η χροιά της φωνής της σπασμένη.

"Λέω και εγώ που κρύφτηκε; Να χάσει την μεσημεριανή σιέστα;", κάγχασε γελώντας και ξύνοντας τα γένια του..

"Μην ανησυχείτε!

Βλέποντας ο νεαρός την αλαφιασμένη χαίτη και τα τσαλακωμένα ρούχα πήρε την πρωτοβουλία: 

"Ξέρεις  πριν λίγο έβγαλα από τον φούρνο μια κις λορέν και επειδή είμαι μόνος μου κρίμα να πάει χαμένη, και να την ξαναζεσταίνω".

"Σας παρακαλώ δεν είναι ανάγκη" έτεινε να χωθεί πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας.

"Κι όμως περιμένετε", ένα λεπτό!" Δίχως ο Ιωακείμ να χάσει χρόνο πήρε το ταψάκι και μετέβηκε στο διαμέρισμα της και παρουσιάστηκε στην πορτα της.

Η ώρα κύλησε ευχάριστα, συζητώντας και γελώντας. Ανάβοντας το τζάκι, ψήνοντας μάλιστα ζαχαρωτα, τα λατρεμένα της Άννας.

Με τον γάτο να γουργουρίζει ανάμεσα  τους, ευχαριστιμένος από τις αιθερικές κινήσεις δονήσεις στοργής και αγάπης, που εξέμπεμπαν οι καρδιές των φίλων του.

Βασιλική Γ. Μπούζα

 

Πηγή εικόνας ://www.pexels.com/@kelvin809"

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα