to kouklospito

Θυμάμαι ότι από μικρή μου άρεσε να βλέπω το ξύλινο κουκλόσπιτο, που είχε η θεία μου στολισμένο στο σαλόνι της, στην δική του ξεχωριστή μεριά. Τα σκαλιστά παράθυρά του πάντα μου έγνεφαν να πάω κοντά του, με προκαλούσαν να ρίξω μια ματιά στο εσωτερικό του. Η θεία όμως, ποτέ δεν το επέτρεπε. Δεν άφηνε κανέναν να το πλησιάσει ή να το αγγίξει. Δεν θυμάμαι να είχα δει ποτέ ανοιχτό το κρυφό καπάκι, ούτε τόσο δα, που θα μου επέτρεπε να ρίξω μια κλεφτή ματιά μέσα του.

Θυμάμαι όμως τις μαριονέτες. Τις μικρές πορσελάνινες κουκλίτσες με τα δαντελωτά φορέματα που είχαν ζωγραφισμένα χαμόγελα στο πρόσωπο τους. Η θεία τις έβγαζε μία φορά τον μήνα από το κουκλόσπιτο, έπλενε τα ρούχα και τα μαλλιά τους με πράσινο σαπούνι, τις χτένιζε και έφτιαχνε όμορφες πλεξίδες που στόλιζαν τα κεφαλάκια τους.

Τα χρόνια περνούσαν και το κουκλόσπιτο έμενε πάντα εκεί. Στην ίδια θέση να στέκεται περήφανο και να περιμένει κάποιον να το ανοίξει και να παίξει στα μικρά δωμάτια του. Και ήρθε η στιγμή, που αυτό το κουκλόσπιτο, πέρασε στα χέρια μου δύο χρόνια μετά την αναπάντεχη εξαφάνιση της θείας μου. Επιτέλους θα είχα ένα κομμάτι της μαζί μου, αφού εκείνη δεν ήταν πια κοντά μας.

Η χαρά που επιτέλους θα είχα την ευκαιρία, σαν μεγάλη κοπέλα πλέον και μαμά δύο κοριτσιών, να εξερευνήσω τον κρυφό πόθο των παιδικών μου χρόνων, εξανεμίστηκε από το κενό που άφησε με την εξαφάνιση της η πιο αγαπημένη μου από όλους τους συγγενείς. Βλέποντας όμως, τα ενθουσιασμένα μάτια των παιδιών μου, για το καινούργιο τους παιχνίδι, δεν μπόρεσα να μην θυμηθώ τον δικό μου ενθουσιασμό, κάθε πρωινό της Κυριακής, όπου κι επισκεπτόμασταν την θεία και το κουκλόσπιτο της.

Παίζαμε ώρες ατελείωτες εκείνες τις πρώτες ημέρες μαζί με τις δύο κόρες μου. Παριστάναμε διάφορους ρόλους με τις πορσελάνινες μαριονέτες, πότε είμασταν μοντέλα στο ανάκτορο μας, πότε ταπεινές κοπέλες στο αγροτόσπιτο μας. Έβλεπα τα πλατιά χαμόγελα στα πρόσωπα τους και ένιωθα κι εγώ πάλι παιδί. Ώσπου η αναπάντεχη αρρώστια της μικρής μου κόρης, μας έκανε να ξεχάσουμε και το κουκλόσπιτο και τα παιχνίδια που κάναμε σε αυτό. Με την βοήθεια του συζύγου μου, πήρε την θέση του στην κορυφή της ντουλάπας μας, κι έμεινε εκεί να σκονίζεται, μακριά από τα βλέμματα μας.

Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν και το κουκλόσπιτο είχε περάσει πια στη λήθη των αναμνήσεων μας. Κανένας δεν είχε όρεξη να παίξει μαζί του πια. Τα δύο μου κορίτσια, δήλωναν πως μεγάλωσαν πια και δεν έχουν χρόνο να παίζουν με κούκλες και σπιτάκια. Τα φορέματα από τις μαριονέτες κιτρίνισαν, τα μαλλιά τους έγιναν άγρια από την σκόνη και τα λευκά προσωπάκια τους μαύρισαν. Κι εγώ το έβλεπα εκεί ψηλά να μαραζώνει μέρα με την μέρα όπως μαράζωνα κι εγώ.

Ήταν μια ήσυχη σχετικά νύχτα, όταν πετάχτηκα από τον ύπνο μου απότομα. Ένας άγριος εφιάλτης είχε στοιχειώσει τα όνειρα μου και δεν με άφηνε να ησυχάσω. Ο άντρας μου κοιμόταν δίπλα μου ήσυχος, ροχαλίζοντας ελαφρά. Άλλαξα πλευρό κι ετοιμάστηκα να κοιμηθώ και πάλι, όταν άκουσα μικρά σιγανά γέλια. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιο των κοριτσιών, όμως κοιμόντουσαν γαλήνια στα κρεβάτια τους.

Όταν γύρισα πίσω στο υπνοδωμάτιο, διαπίστωσα με κάποιο τρόμο, πως τα γέλια ακούγονταν από το ξύλινο κουκλόσπιτο. Άρπαξα μια καρέκλα και σκαρφάλωσα πάνω της για να δω τι συμβαίνει. Άνοιξα το καπάκι του και τα μάτια μου γούρλωσαν από έκπληξη. Οι μαριονέτες, γελούσαν και περιφέρονταν στα μικρά δωμάτια, λες κι ήταν ζωντανές. Μία από αυτές γύρισε και με κοίταξε, κάνοντας με να παγώσω στην θέση μου.

«Σύντομα θα είσαι μία από εμάς» μου είπε χαιρέκακα και γέλασε με έναν άσχημο κακαριστό ήχο, που έκαναν τα αυτιά μου να πονάνε.

Έκλεισα το καπάκι από το κουκλόσπιτο με δύναμη και έντρομη όπως ήμουν γι’ αυτό που είχα αντικρύσει, γύρισα ξανά στο κρεβάτι μου. Σφάλισα τα μάτια κι έπεισα τον εαυτό μου να ξεχάσει ότι είχε δει.

Όμως δεν το ξέχασα. Τα σατανικά γέλια τους, έρχονταν κάθε βράδυ να με βασανίσουν. Τα πρόσωπα τους στοίχειωναν τα όνειρα μου, ένιωθα σαν υπνωτισμένη. Δεν ήλεγχα πλέον το σώμα μου, λες και μια αόρατη δύναμη με είχε καταλάβει από εκείνο το βράδυ και δρούσε ενάντια στη θέληση μου. Οι καυγάδες στο σπίτι άρχισαν να γίνονται καθημερινοί. Μάλωνα με τα παιδιά και τον άντρα μου για ασήμαντους λόγους, πολλές φορές άκουγα μία φωνή μέσα στο κεφάλι μου να μου λέει πως έπρεπε να τους σκοτώσω, πως θα ησύχαζα μόνο αν το αίμα τους έβαφε τα χέρια μου.

Είχα αρχίσει να τρελαίνομαι. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ζούσα σαν φυλακισμένη μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Το χέρι που σηκωνόταν και χτυπούσε τα παιδιά μου μπορεί να ήταν το δικό μου, αλλά δεν το κινούσα εγώ. Το στόμα που εκτόξευε βρισιές και απειλές στον σύζυγο μου ήταν το δικό μου, αλλά δεν μιλούσα εγώ. Η αλλοπρόσαλλη τρελή συμπεριφορά μου τον ανάγκασαν να πάρει τα παιδιά και να φύγει, αφήνοντας με μόνη με τις φωνές από τις μαριονέτες που όλο και αυξάνονταν γύρω μου.

Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν, η μόνη μου σκέψη, η μόνη μου έννοια ήταν το καταραμένο κουκλόσπιτο και οι δαιμονικές μαριονέτες του. Μέχρι που μια μέρα, αποτρελαμένη εντελώς και μέσα σε μια προσπάθεια μου να απαλλαγώ από αυτό, το κατέβασα από την θέση του και το έλουσα με οινόπνευμα. Άναψα ένα σπίρτο και κοίταξα τη μεθυστική φλόγα που χόρευε πάνω του. Ήμουν έτοιμη να το πετάξω, όταν οι πορσελάνινες κούκλες βγήκαν από το ξύλινο παιχνίδι και όρμησαν πάνω μου. Με έριξαν κάτω κι άρχισαν να με κλωτσούν και να με χτυπούν με τα μικροσκοπικά πόδια τους. Ξέσκιζαν τα ρούχα και την σάρκα μου με λύσσα, μέχρι που αιμόφυρτη πια λιποθύμησα.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου ξανά, ένιωθα να ζαλίζομαι. Το κεφάλι μου ήταν βαρύ, το ίδιο και το σώμα μου. Το δωμάτιο που βρισκόμουν μου ήταν γνώριμο, αλλά δεν ήταν το δικό μου. Σήκωσα τα χέρια μου και τα κοίταξα. Ήταν λευκά και γυάλιζαν κάτω από το αμυδρό φως που έμπαινε από το παράθυρο. Τα μαλλιά μου ήταν πλεγμένα σε κοτσίδες και φορούσα ένα λευκό μακρύ φόρεμα. Πήγα να σηκωθώ από το κρεβάτι που βρισκόμουν ξαπλωμένη και τότε άκουσα φωνές να πλησιάζουν. Οι πορσελάνινες μαριονέτες ήρθαν κοντά μου. Περικύκλωσαν το κρεβάτι. Με κοίταξαν με τα μικρά, γεμάτα κακία, μαύρα μάτια τους. Μου χαμογέλασαν με εκείνο το σατανικό γέλιο που πάντα φοβόμουν.

«Καλώς όρισες», μου είπε μία από αυτές με μια βαθιά άψυχη φωνή.

Το οικείο πρόσωπο της θείας μου, είχε πάρει μια ολότελα έκφραση τρόμου μα και χαράς συνάμα.

Τότε, πολύ αργά για να αντιδράσω πια, κατάλαβα πως είχα γίνει μία από αυτές.

Χριστίνα Μιχελάκη

Ονομάζομαι Χριστίνα, όπως πολύ καλά βλέπετε και ζω στο όμορφο Ηράκλειο της Κρήτης. Είμαι σύζυγος και χαζομαμά. Αγαπάω πολύ την λογοτεχνία για αυτό όπου σταθώ και όπου βρεθώ, είμαι με ένα βιβλίο στο χέρι. Μην με ρωτήσετε ποιος είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας γιατί είναι πολλοί! Ως αθεράπευτη ονειροπόλα, πολλές φορές οι ιστορίες που παλεύουν μέσα στο κεφάλι μου με συνεπαίρνουν. Γι΄ αυτό και γω της γράφω δίνοντας τους πλήρη ελευθερία. Το πρώτο μου βιβλίο έχει τίτλο Τα Αστέρια Του Πεπρωμένου, ενώ άλλες συμμετοχές μου μπορείτε να βρείτε στις ανθολογίες, Το ξύπνημα, Σκοτάδι, Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI,που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Συμπαντικές διαδρομές, αλλά και στο site thebluez.gr.

Διαβάστε περισσότερα