https://www.saatchiart.com/art/Painting-Arabian-belly-dance/792949/3428512/view https://www.saatchiart.com/art/Painting-Arabian-belly-dance/792949/3428512/view Arabian belly dance Painting by Gull G

«Αγάπη, θα πάω για ψώνια» η Βούλα ίσιωσε το ύφασμα της αέρινης φλοράλ πουκαμίσας της.

«Μα δεν θα πάμε στο μουσείο; Θα χάσουμε την δωρεάν είσοδο!» ο Κωνσταντίνος ανέσυρε το βλέμμα του από το αστυνομικό μυθιστόρημα που κρατούσε την αγκαλιά του κι αυτό έγλυψε τις κατάξανθες τούφες που άγγιζαν τις καμπύλες του λαιμού της. (Διαβάστε το πρώτο μέρος της ιστορίας)

«Αφού ξέρεις πως τα βαριέμαι αυτά» ένα τσαχπίνικο χαμόγελο της, έφτανε να του κάνει την καρδιά κομμάτια.

«Ένταξη κάτσε να ετοιμαστώ» πετάχτηκε σαν ελατήριο από το υπέρδιπλο κρεβάτι τους.

«Δεν χρειάζεται, δεν θα αργήσω. Πήγαινε να το επισκεφθείς μην σου σπαταλήσω το απόγευμά σου κι όταν γυρίσω θα βγούμε το βραδάκι» τα χείλη τους μέλωσαν με ένα πεταχτό φιλί.

«Καλά Μανάρι, τα λέμε μετά. Καλά να περάσεις» η πόρτα σφράγισε πίσω της.

 mala2   mala

  www.tripadvisor.gr

  Τριγυρνώντας στα εκθέματα του "Musée Abderrahman Slaoui" ο Κωνσταντίνος έχασε την αίσθηση του χρόνου. Επρόκειτο για ιδιωτική συλλογή έργων ζωγραφικής, μαροκινά κειμήλια αξίας. Χειροτεχνίες κι κοσμήματα. Πολύτιμα στολίδια κι αφίσες του Μεσοπολέμου. Θησαυροί κι ποικίλες απεικονίσεις του παλιού Μαρόκου.  Στο τελευταίο όροφο του κτηρίου οι επισκέπτες απολάμβαναν την γαλήνια γωνιά του μικρού μπιστρο μακριά από το θόρυβο και τη φασαρία της πόλης, συντροφιά με τσάι μέντας, καφέ, αναψυκτικά κι γλυκά.

Κάποια στιγμή ένιωσε το τηλέφωνο του να δονείται μέσα στην τσέπη του. Η Βούλα, το «Μωρουλίνι» του ήταν η πρώτη αναγραφόμενη ενημέρωση στην λίστα των εισερχόμενων μηνυμάτων του.

«Αγάπη έχω γυρίσει στο ξενοδοχείο. Νιώθω αδιάθετη. Ο ήλιος με πείραξε».

«Επιστρέφω αμέσως» τα δάχτυλα του έτρεξαν βιαστικά πάνω στο μικροσκοπικό πληκτρολόγιο αφής.

«Πήρα ένα αναλγητικό, έχω παραγγέλλει φαγητό κι θα πέσω να κοιμηθώ. Με το πάσο σου, είμαι καλά, ξεκούραση θέλω» η απεσταλμένη φωτογραφία  με αυτήν μέσα στο ολόλευκο μπουρνούζι τον καθησύχασε. Μαύροι κύκλοι κηλίδωναν τα ζυγωματικά της και η κούραση αναγραφόταν  στις ρυτίδες έκφρασης του προσώπου της.  Τι κι αν σάλευε νωχελικά έμοιαζε με ζόμπι. Αυτό του έλειπε τώρα, να πάθει ηλίαση από την απροσεξία της.

«Εντάξει».

Ο Κωνσταντίνος πήρε το δρόμο για το ξενοδοχείο. Μια ώρα αργότερα  συνάντησε το Ρασίλ  να κατευθύνεται στην ρεσεψιόν χωρίς την αυστηρή στολή του προσωπικού

«Καλησπέρα, τι κάνετε;

«Καλά είμαι αλλά κουρασμένος. Το μόνο που χρειάζεται είναι να χαλαρώσω, η μέρα μου ήταν γεμάτη» αναφώνησε ο Κωνσταντίνος ξεκουμπώνοντας  τα κουμπιά του γιακά του.

«Η κυρία Βούλα μου έδωσε πουρμπουάρ 166 Ντιχράμ να κουβαλήσω τα ψώνια από την αγορά».

«Αλήθεια;»

«Ναι, την έφερα με το βαν του ξενοδοχείου. Δεν εμπιστευόταν τα ταξί κι τηλεφώνησε στην ρεσεψιόν»

«Θα πάω..».

«Καλύτερα να μην την ενοχλήσετε. Χρειάζεται ανάπαυση. Με όλο το θάρρος σχολάω κι θα πάω στο καμπαρέ "Μαρακές". Έχει ναργιλέδες, χορεύτριες, παραδοσιακά εδέσματα κι την καλύτερη μουσική» του έδειξε ένα εντυπωσιακό φυλλάδιο καθώς ένα  μάτσο τουρίστες που περίμεναν καρτερικά στην έξοδο για να τους μεταφέρει με το  βαν.

«Ναι αλλά δεν θα ήταν σωστό, δυστυχώς δεν έχει αύριο πάρτι να το επισκεφτούμε  με την γυναίκα μου; Ξέρεις να μην ζηλεύει».

«Αυτήν έχετε παντρευτεί, όχι τις άλλες. Άλλωστε οι χορεύτριες την δουλεία τους κάνουν, σκοπός τους είναι να λικνίζονται κι να πέφτουν τα μετρητά. Πάντως δεν έχετε χρόνο να αλλάξετε, σε πέντε λεπτά φεύγουμε. Στείλτε της μήνυμα αν δεν κοιμάται»

«Σωστά» για μια στιγμή σκέφτηκε να τρέξει στο ασανσέρ κι ύστερα  ένιωσε τα χρυσά γράμματα της αφίσας να τον υπνωτίζουν. Σαν να ζωντάνεψε το χαρτί , η εικόνα πήρε πνοή στο μυαλό του. Σε λαβύρινθο θυμιατών στροβιλιστικέ αιχμαλωτισμένος από  γυναικείες οπτασίες. Χρώματα κι αρώματα και μυρωδιές. Να τον ταΐζουν στο στόμα κι να δέχεται  με ευχαρίστηση τα χάδια κι τα φιλιά τους.

 «Μωρό μου τι κάνεις;» πόσο συνηθισμένος ήταν να λέει τα ίδια σε όλες.

«Είμαι καλύτερα. Διαβάζω ένα βιβλίο που αγόρασα, από αυτά τα ρομάντζα που βαριέσαι. Η πόλη των Αισθήσεων, λέγεται».

«Α τόσο καλά. Κλειστό Χριστιανή μου  θα αποτρελαθείς τελείως. Ξέρεις το μουσείο… διοργανώνει μόνο για σήμερα παραδοσιακή βραδιά …  Το γκρουπ των φιλοξενούμενων θα το μεταφέρει το ξενοδοχειακό βαν».

Ένας κόμπος, αγχόνη γύρω από  το λαιμό του. Της έλεγε ψέματα. Ήχος δεν τολμούσε να ξετρυπώσει από τα χείλη αν του ζητούσες να σου απαντήσει λεκτικά. Τα δάχτυλα του σύρθηκαν νωχελικά δημιουργώντας λέξεις. Ήταν αδικαιολόγητος, έπρεπε να τσακιστεί να ανέβει στο δωμάτιο τους κι να ελέγξει την κατάσταση της υγείας της. Η πολυπόθητη απάντηση ήρθε μετά από μερικά δευτερόλεπτα. Ευτυχώς γι αυτόν ήταν θετική ή μάλλον καλύτερα όσο προσευχόταν για την επιθυμητή έκβαση μετρούσε νευρικά, ανάποδα τα δευτερόλεπτα.

«Πήγαινε. Θα σε δω μετά, σ’αγαπώ».

  Τα πολύχρωμα φώτα της επιγραφής του νυχτερινού κέντρου «Μαρακές» επιδίδονταν σε εντυπωσιακές νέον αναλαμπές.  Έμοιαζε με καταγώγιο, καπηλειό μιας άλλης εποχής. Χρυσό σκλαβοπάζαρο, με στολίδια κι χίλιους δυο θησαυρούς. Εντυπωσιακά κάδρα κι αναπαραστάσεις. Μεταξωτά ριχτάρια κι ασημικά. Καρέκλες, σκαμπό κι τραπεζάκια, πλεκτά χαλιά κι αφράτα μαξιλάρια. Λιβάνι έκαιγε κι θυμιατά υπνώτιζαν τους καλεσμένους. Το νέκταρ των θεών όπως αποκαλούσαν οι ντόπιοι.  Στην πρώτη ρουφηξιά του ναργιλέ έτσουξε ο λαιμός κι τα μάτια του Κωνσταντίνου δάκρυσαν.  Χρυσά καντήλια έλουζαν με το υπόκωφο φως τους πελάτες καθώς τους  νανούριζαν γλυκά στον κόσμο των ψευδαισθήσεων.  Το συναίσθημα ήταν ανεπανάληπτο, εδέσματα, πλούσιοι μεζέδες κι γλυκά συντροφιά στο άφθονο αλκοόλ που κερνούσε το προσωπικό ντυμένο με την παραδοσιακή φορεσιά. Την χρυσοκέντητη μακριά ρόμπα κι το φέσι. 

  Η Μάγισσα των αισθήσεων, η γητεύτρα του πόθου. Φλουριά κροτάλιζαν στα στήθη κι σε μια ζώνη περασμένα γύρω από την μέση. Πέπλα αραχνοΰφαντα από κόκκινες φλέβες λες κι ήταν της Σαλώμης τέκνο.  Χείλη λάβα από το πυρ της κολάσεως.  Αρμονικές κινήσεις, αέρινες σαν σπουργίτι.  Τυφλωμένος από του χορού την ένταση ο Κωνσταντίνος μετρούσε τις σταγόνες ιδρώτα που κατρακυλούσαν  στο λαιμό της. Σε ρυάκια μετατρέπονταν σαν αγκάλιαζαν το στήθος με περίσσια στοργή κι μετρούσαν τα κόκαλα της ραχοκοκαλιάς της. Κι όταν έγλειφαν την γυμνή σάρκα της κοιλιάς της, ο κόσμος του κατέρρεε στο όνομα της έξαψης κι του  αβυσσαλέου πόθου.

«Ωραίο κομμάτι έτσι;» ένευσε ο Ρασίλ χειροκροτώντας τις κοπέλες που την συνόδευαν σαν ονειρικές μαινάδες. Ιέρειες της επιθυμίας, αμαζόνες του πάθους κι της ηδονής.

«Ναι» ο Κωνσταντίνος ξεροκατάπιε.  Το ενδιαφέρον του είχε αποκαλυφθεί. Δεν περίμενε την επιθετική αντίδραση του  Μαροκινού. 

«Αν είχες μια γυναίκα σαν κι αυτή θα την άφηνες;» Μήπως την διεκδικούσε κι ο μελαχρινός νεαρός;  Χωρίς την αυστηρή στολή του ξενοδοχείου, με καθημερινά ρούχα δεν έπαυε να ήταν ένας καλογυμνασμένος νεαρός.

«Όχι, θα της έκανα όλη μέρα έρωτα!» έσμιξε τα φρύδια του αποκρυπτογραφώντας τα σημεία του κορμιού της .

Ο Ρασίλ γέλασε δυνατά. Κούνησε το κεφάλι του σαρκαστικά  και ύψωσε το ποτήρι του για να τσουγκρίσουν.

«Πόσο είναι η τιμή της για μια νύχτα;» η περιέργεια σκότωσε την γάτα.

«Ανεκτίμητη, δεν νομίζω ότι μπορείς να την πληρώσεις ούτε με όλο το χρυσάφι του κόσμου».

«Όλοι έχουν τιμή».

«Έχει τιμή η Ηθική;».

«Αποκλείεται, οι δικοί της δεν θα την αφήναν να τριγυρνά σε καταγώγια»

«Λες ε;» ο Ρασίλ πέρασε τα ακροδάχτυλα  μέσα από τα πλούσια  καστανά μαλλιά του. Το φως των καντηλιών ακτινοβολούσε στην σταρένια επιδερμίδα του. Έμοιαζε με αρπακτικό χάρη στα γατίσια χαρακτηριστικά του. Την ανάγλυφη αρμονία των εκφράσεων του. Κι αυτές οι σμαραγδένιες ίριδες όλο μυστήριο. Ήταν ένας δυνατός αντίπαλος. Προκλητική φάνταζε η ιδέα να την αρπάξει μέσα από τα χέρια του. Να αισθανθεί νικητής. Να πλημμυρίσει με ηθική ικανοποίηση. Το τρόπαιο που έπρεπε να κατακτήσει. 

«Σίγουρα».

«Ε ωραία μάθε λοιπόν ότι είναι η πριγκίπισσα που γλυκοκοίταζες προχτές».

  Ο πρώτος χορός ήταν δωρεάν για να σαγηνεύσει πελάτες. Ο δεύτερος επί πληρωμή. Μια σβούρα, ένα ρυθμικό λίκνισμα των γοφών, ένα κύμα των χεριών, μια περιστροφή των καρπών. Ένα φιδίσιο λύγισμα του κορμού. Κι όλα αυτά μέσα στην αγκαλιά του Ρασίλ. Φθόνος κυρίευσε τον Κωνσταντίνο εν γνώσει του τις περιποιήσεις που τις πρόσφερε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Ανάθεμα το ανάλαφρο πέπλο που κοσμούσε τα μαλλιά κι εμπόδιζε την πλήρη εμφάνιση του προσώπου της. Όπως τότε έτσι κι εκείνη την στιγμή φλεγόταν ολόκληρος. Σημάδι της, το ένοχο βλέμμα, μαχαίρι στην καρδιά του.

  Κούνησε χαρτονομίσματα μπρος της. Πάντα πίστευε ότι οι άνθρωποι έχουν τιμή. Έτσι ήταν μαθημένος τελικά έπιασε. Εγκατέλειψε τον Ρασίλ κι βρέθηκε πλάι του. Πετάχτηκε σαν ελατήριο να λικνιστεί μαζί της στο ρυθμό του έρωτα. Αυτός πασάς κι εκείνη σκλάβα. Όταν η παλάμη της άγγιξε το δασύτριχο στέρνο του Κωνσταντίνο η καρδιά του χτύπησε κολασμένα. Καθώς σύρθηκε ανάμεσα στα κουμπιά του πουκαμισού του η έξαψη διαγραφόταν στο πρόσωπο του. Ρούφηξε το άρωμα της. Μύριζε υπέροχα, μια πανδαισία από άγρια τριαντάφυλλα τον τύλιξε στα δίχτυα του ερωτισμού. Της τράβηξε το μαντήλι. Κοκάλωσε για μια στιγμή. Η αμηχανία στο βλέμμα του ήταν αδιαμφισβήτητη. Χίλιες σκέψεις πέρασαν από τον νου του. Το κορμί του ένιωθε τόσο άδειο, μα ταυτόχρονα φλεγόταν από επιθυμία. Ήθελε να την κάνει δικιά του. Αδημονούσε για το άγγιγμα της. Έλιωνε για την ματιά της. Αν του έπαιζε το παιχνίδι που φοβόταν η μοίρα, αναρωτιόταν αν έπρεπε να τραβήξει το σκοινί στα άκρα ή αν σηκωθεί να φύγει τρέχοντας.  Άλλωστε σε αυτό ήταν συνηθισμένος. Ύπουλα, άνανδρα να ξεφεύγει. Κι το έκανε. Την ακολούθησε πίσω από ένα μικρό πέρασμα σαν τον τράβηξε κοντά της. Φιλήσυχο διάδρομο για τα καμαρίνι των χορευτριών

  Τα νύχια του γραπώθηκαν στην γυμνή σάρκα της κοιλιά της. Η πνοή  της ξεψύχησε στο άγγιγμα του σαν τα δάχτυλα του ταξίδεψαν στους καλοσχηματισμένους γοφούς της μέσα από το κασμιρένιο ύφασμα. Λαίμαργα σαν πεινασμένος λύκος έμπηξε τα δόντια του τον λαιμό στην προσπάθεια να γευτεί τη ψυχή της.  Πόνος οξύς μετατρεπόταν σε θυελλώδης καταιγίδα, οι ορμητικές ριπές  επρόκειτο να τον κατασπαράξουν στην κόλαση της αποπλάνησης σαν μάλαξε τα ζουμερά στήθη. Αυτή ήταν γυναίκα με όλη την σημασία της λέξης.

  Παρακαλούσε για ένα βλέμμα της, υποδοχή στην θέρμη της καρδιάς της. Μάτια καστανά κι λάγνα μαρτυρούσαν χίλιες σκέψεις. Τεράστια, εκφραστικά σαν την εβένινη ομίχλη, βύθιζαν στο σκοτάδι στην ψυχή των αμαρτωλών. Παιχνίδι αποπλάνησης για τους επίλεκτους εραστές.  Κι όμως  εναλλάσσονταν κύματα περιέργειας, πόνου κι απέχθειας. Γλυκό θάνατο σαν εκχυλίσματα λικέρ που σπαράζει από τις πληγές του αρχεγόνου δέντρου της αγάπης. Αναγνώρισε το παράπονο της σαν δάκρυα κύλισαν στα αναψοκοκκινισμένα μαγουλά της. Γεύτηκε την αλμύρα σαν δάγκωσε τα πυρακτωμένα χείλη της. Μπορούσε να είναι αυτή; Μια οπτασία, μια ψευδαίσθηση μονάχα; Μια ανάμνηση από το παρελθόν ή κάποια που της έμοιαζε; Κι όμως την απωθούσε. Το ένιωσε σαν η χορεύτρια χρησιμοποίησε ως αγκαθωτή ασπίδα τα άκρα της για να εμποδίσει τα χάδια του. Πριν το καταλάβει η αιχμηρή άκρη ενός στιλέτου σημάδευε το λαιμό του.

«Απλά, γρήγορα κι ανεπαίσθητα» η χορεύτρια βύθισε την λεπίδα στην σάρκα του. Ούρλιαξε αφήνοντας άναρθρες κραυγές.

«Στάσου» Η μυϊκή δύναμη του επέφερε αντίσταση στην προσπάθεια να επιτύχει την αποστολή της. Της γύρισε τον καρπό, το μαχαίρι έπεσε. Τι κι αν ρυάκια αίματος έτρεχαν στην παλάμη του. Ένωσε τις παλάμες της πάνω από το κεφάλι της.

«Λοιπόν Μιράντα τι θες από εμένα;» φυσικά κι την θυμόταν. Ακόμη ένας αριθμός στο καρνέ του.  Του πήρε χρόνο αλλά ήταν αργά.

«Εκδίκηση».

  Η χορεύτρια δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση της. Μια σύριγγα βυθίστηκε στο λαιμό του Κωνσταντίνου. Το βλέμμα του θόλωσε, παραπάτησε. Οι αισθήσεις τον εγκατέλειψαν σαν ένιωσε δυο γαντοφορεμένα χέρια να τον αρπάζουν κι πιέζουν  ένα εμποτισμένο μαντήλι με παραλυτικό υγρό στην αναπνευστική οδό. Το τελευταίο πράγμα που αντίκρισε ήταν τα σπινθηροβόλα μάτια του Ρασίλ. Κανείς δεν θα τα έβαζε με την Κυρία του, την αγαπημένη της καρδιάς του. Τι κι αν ο Κωνσταντίνος σύρθηκε, παρακάλεσε για έλεος τραβώντας τις απολήξεις της φούστας της. Όλα σκοτείνιασαν κι είχε χαθεί μια για πάντα στο έρεβος.

Βασιλική Μπούζα copyright

Συνεχίζεται…

Διαβάστε το πρώτο τμήμα της ιστορίας.

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα