wikipedia wikipedia
Τελευταία τον σκεφτόταν συχνά, τον συμπεριλάμβανε στις προσευχές της, πως άραγε  να περνούσε τις μέρες του στην σκοπιά. Αν απολάμβανε έστω και λιγο τις ελάχιστες ώρες του  ύπνου του ή αν ξαγρυπνουσε αντιμαχόμενος στρατιές Οθωμανών.
(ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΑΡΤ1  ,ΤΟ ΠΑΡΤ 2, ΤΟ ΠΑΡΤ 3 ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ)

Πονούσε στην ιδέα των τραυμάτων του. Άραγε η κάπα του ήταν αρκετά ζέστη να τον κρατήσει από το δριμύ νυχτερινό ψύχος.  Ήλπιζε πως τίποτα δεν θα τον έκανε να λυγίσει στην μάχη και πως θα του έδινε έναυσμα να συνεχίσει να αγωνίζεται για την βασιλεύουσα. Πήγαινε  στον εσπερινό, ρωτούσε την Αδελφή της αν τον είχε δει να περιφέρεται γύρω από τον ναό.  Και η ιδιοκτήτρια του καπηλειού "Αφροδίτη", είχε αντιληφθεί το αναψοκίνησμα στα μάγουλα της σαν την έβλεπε να σεργιανίζει  για να αγοράσει κρασί. Μια γλυκιά προσμονή, μια νοσταλγία πλημμύριζε τα μάτια της και ανείπωτη διψά για ένα φιλί τα χείλη της. Ο σύντροφός  της, ο Διονύσης ένευσε να της φέρει νέα από την ταξιαρχία μιας και τα πρωινά εφοδίαζε τις αποθήκες με τρόφιμα ενώ το απόβραδο βοηθούσε τους  ιπποκόμους στους  στάβλους.. 

29  Μαϊου 1453: Πιστοί συνέρρευσαν με απόλυτη κατάνυξη από τα βάθη της οικουμένης στη συνοικία  του Αγιάκαπου,  στον ναό της Αγίας Θεοδοσίας. Το φρόνημα της πίστης αν και δοκιμαζόταν ήταν υψηλό μιας κι αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο διαφύλαξης της εθνικής ταυτότητας. Κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει  την ύστατη  ομιλία του Παλαιολόγου, ανύψωσης του ηθικού των ελεύθερων πολιορκημένων μέσα στην Αγία Σοφία. Τόση ορμή και δύναμη. Τόση πυγμή και χάρη,  τροφοδοτούσε με θάρρος γράμματα ένδοξα, χρυσοκέντητα,  της Ιστορίας τις μελανές σελίδες.

Ο Βυζαντινός αετός κυμάτιζε αγέρωχος. Σημαιάκια πάλλονταν στον αυλόγυρο του ναού από το ελαφρύ αεράκι. Προσκυνητές με ταπείνωση και μετάνοια μπρος την Πλατύτερα των ουρανών περνούσαν στο ολάνθιστο προαύλιο. Σειρές  ποικιλόχρωμα τριαντάφυλλα κοσμούσαν τόσο το λαξευμένο τέμπλο όσο και τα προσευχητάρια. Λαμπάδες από  αγνό μελισσοκέρι κερί έλιωναν στα μανουάλια. Ευχή μετανοίας για την ψυχή κάθε πιστού.

Η Ειρήνη κατέφθασε με την οικογένειά της. Ασπάστηκαν τα ιερά κειμήλια και άναψαν τα καντήλια. Σαν βρήκε την ευκαιρία γλίστρησε ανάμεσα στους προσκυνητές και στράφηκε προς το ψαλτήρι την ώρα που οι διάκονοι προετοίμαζαν το χώρο για  τις αρτοκλασίες. Ο Διονύσης την είχε αντικρύσει στην πεζούλα του πηγαδιού να συντάσσει ένα γράμμα. Μάταια το είχε κρύψει βιαστικά στον κόρφο της, σαν τον είδε να μεταφέρει μια νταμιτζάνα κρασί στον πατέρα της. "Πρώτο πράγμα από την αυτοκρατορική αυλή", είχε αυτοσαρκαστεί!

Άπλωσε το χέρι της στην εσοχή! Το γράμμα της, η επιστολή της έλειπε. Για μια στιγμή τρόμαξε! Μήπως κάποιος ιερέας ή δήθεν περαστικός το είχε  διαβάσει τυχαία, μα, σαν την γρατζούνησαν  απαλά τα αγκάθια μόρφασε. Μια σταγόνα αίμα! Η υπερβλητή θυσία της αφοσίωσης.  Ένα κύμα αγαλλίασης πλημμύρησε την ψυχή της.  Ένας αναστεναγμός υπόκωφος, νοσταλγικός ξεπήδησε από τα σπλάχνα. Ήταν πανέμορφο, πέρα από κάθε φαντασία. Τι τέχνασμα είχε χρησιμοποιήσει;  Μήπως Μάγια; Αποκλείεται..! Παραμυθένιο, μοναδικό λες και ξεπήδησε από τα άδυτα της φαντασίας. Χάιδεψε ευλαβικά τα εύθραυστα πέταλα του σαν να  ήταν ο πιο πολύτιμος θησαυρός  της γης. Ή μήπως γέννημα του παραδείσου!  Αφάνταστη χαρά την κυρίευσε σαν αντίκρισε το μπλε τριαντάφυλλο στο ψαλτήρι. Η απόλυτη έκφραση αγάπης. Σκέφτηκε να το κρατήσει σαν φυλακτό στον κόρφο της. Μπλε σαν όνειρο! Ήταν τόσο ξεχωριστό, τόσο ευωδιαστό όμως που θα ήταν αντάξιο ως προσφορά στην  Υπέρμαχο στρατηγό, την Παναγία. Το έναπωθετησε στο προσευχητάρι και ευχήθηκε το γράμμα της να είχε φτάσει συντόμως στα χέρια του. Ίσως να το είχε μάλιστα διαβάσει σε καμία ανάπαυλα της μάχης.  Στα τείχη; Στην ακροθαλασσιά; Τι να σκεφτόταν άραγε; Πώς θα αντιδρούσε; Ήλπισε πως δεν θα τον έκανε να λυγίσει στην μάχη και θα του έδινε την απαραίτητη δύναμη να συνεχίσει να αγωνίζεται για την γλυκιά πατρίδα. Μακάρι να πυρακτώνονταν οι σκέψεις του και σαν καπνός να εισέρχονταν στο νου της. Προσφορά στα Θεία, στους  Αγίους αγγέλους του Επουρανίου Πατέρα!

Οι χαρούμενες φωνές σίγασαν  μπρος τους ήχους των σπαθιών και των πολεμικών αλαλαγμών της Μάχης. Μικροί και μεγάλοι συνέρρευσαν να προσευχηθούν! Να μεταλάβουν, εκείνες τις δύσκολες ώρες όπου ψέλνονταν ο Ακάθιστος Ύμνος. Εκείνες τις ώρες, της κατάνυξης, της προσευχής, της ανατριχίλας!

Του Δέους, των δακρύων και του ρίγους.. 

Βασιλική Μπούζα c

Συνεχίζεται....

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα