Η τελευταία επιστολή της αποτελούσε φυλαχτό στον κόρφο του. Τι κι αν οι βρώμικοι λεκέδες λέκιαζαν το χιλιοτσαλακωμενο χαρτί, οι γαλάζιες κηλιδες του γραφικού της χαρακτήρα είχαν χαραχθεί με ανεξίτηλο μελάνι στην ψυχή του. Τα ακροδάχτυλα του το ξεδίπλωσαν ευλαβικά. Το σπαθί, ένας ξύλινος σταυρός, κι μια ουγκιά νομισματα αποτελούσαν την μικρή περιουσία του.

Γενναίε του βορρά, μαχητή των απορθητων πάγων. Απεσταλμένε της μυθικής Θούλης, διέσχισες απατητες βουνοκορφες, έπλευσες με συντρόφους κατά μήκος των ποταμών. Σε δάση σκιερά αποκοιμηθείς πριν πέσει το πρώτο αλυχτισμα της μαχης και καστροπολιτείες να καταλάβεις  υπό την σκέπη ενός θεού βασιλιά. Γέμισες εκδορές τραύματα και πληγές  και όλα αυτά για ένα κομμάτι καλοψημενο κρέας, ένα νυχτερινό καταφύγιο και ουγγιες χρυσάφι. Κέρδισες επάξια τις χαρές της γαληνοτάτης. Και να πού γεύεσαι τους καρπούς και της Μεσογείου. Λάδι για να αστράψει απύθμενη θέλησή σου και κρασί για να ονειρευτείς. Μισθοφόρος σε πολέμους άλλων. Αλήθεια αντικρίζεις τα άστρα; Γιατί εγώ αναπολώ το λαμπερό φεγγάρι, που κρύφτηκε κι εχαθει. Κακός οιωνός λένε οι αφεντάδες. Αχ πόσες ιστορίες Θα ήθελα να μου διηγηθεί. Πόσα ταξίδια, πόσες εμπειρίες. Πιστός στην αυτοκρατορία, ο Θεός να σε προστατεύσει από τον Οθωμανών το μένος. Να σε φυλάξει, να σε ανταμώσω μα ξέρω η πολιορκία μένει...πως το αιματηρό αύριο έρχεται και η ζωή ασθμαίνει. Μέχρι που υπάρξη γίνεται ανάμνηση ωσότου η λήθη την αγκαλιάσει.

Μα ξέρω πως κάθε στιγμή είναι πολύτιμη στο πεδίο της μαχης. Ένα ρυθμικό σάλπισμα, ένα πυρωμένο βέλος, η κόψη ενος ξίφους...

Φωτιά και λάβα καθώς  ιαχές πολέμου συνταράσσουν την πλάση μιας και σώματα που μάχονται μέχρι ύστατης πνοής. Μακάρι να σε είχα δίπλα μου. Σε ασπάζομαι. Ο Θεός μαζί σου!

   Το βλέμμα του κρυστάλλινο, όπως τα καταγάλανα νερά της πατρίδας του, ρουφούσε αχόρταγα τις λέξεις προκαλώντας στην ύπαρξη του υπερδιέγερση, ανατριχίλα στην ραχοκοκαλιά του και μια γλυκιά ευφορία να φτερουγίζει στα σωθικά του. Η καρδιά του βρόντο χτυπούσε!  Ήθελε να ουρλιάξει έως τα πέρατα της οικουμένης την αγάπη του για αυτή. Πώς θα μπορούσε όμως άλλωστε; Μια βυζαντινή δεσποινίδα και ένα αγρίμι χωρίς ευγενείς τρόπους; Και δεν ήταν ότι δεν είχε συναντήσει ποτέ γυναίκες στη ζωή του. Ανάθεμα το κάλλος, την ισχυρή θέληση και την ατσάλινη πυγμή του, που τρέλαιναν τις θηλυκές και τις μετουσιώναν σε άγριες μαινάδες. Ίσα-ίσα ειχε συνευρεθεί με ατρόμητες πολεμίστριες και άλλοτε πάλι με άπληστες αρχόντισσες ή ακόμη και δούλες.. Δεν ήταν άγιος, κι ας του ορκιζόταν άφεση αμαρτιών η Παπική εκκλησία. Μόνο ο ημιτυφλος Όντιν θα τον έκρινε, οποίος διετέθη την σοφία του κόσμου.. 

   Όμως σαν τραγουδούσε στο Δεσποτικό Ναό κελαηδούσε σαν αηδόνι. Τα  μάτια του έλαμπαν από θαυμασμό για την ένταση και το πάθος που έκπεμπε στις συζητήσεις με διάφορους λόγιους και γνωστικούς μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας καθώς  περνούσε από τα πλακόστρωτα  σοκάκια με το άλογο του.. Και θα ήταν η τελευταία γυναίκα. Η τελευταία που τον σκεφτόταν πριν βουλιάξει στην κόλαση της ανυπαρξίας μιας κι ο πόλεμος μόνο δεινά επιφέρει, και δυστυχώς η πορεία  της άλωσης αν κι φάνταζε προδιαγεγραμμένη οι στρατιές υπεράσπισης θα αγωνίζονταν έως την ύστατη ανάσα τους.

   Διάβασε ξανά και ξανά το γράμμα της αφουγκραζόμενος τα κύματα του Βόσπορου.  Λύγισε το μοναχικό λιοντάρι στην θέα των λαμπρών επουράνιων άστρων καθώς καθρεφτίζονταν στα σκοτεινά νερά της ακτής. Ίσως και να ήταν η τελευταία φορά που αντίκριζε τις σκέψεις της πριν μετουσιωθούν σε πυκνό καπνό. Ίσως να ήταν η τελευταία φορά που ενθύμηση του προσώπου της στοίχειωνε τα όνειρά του, λίγο πριν οι αποτυπωμένες σκέψεις της πυρακτωθούν και γίνουν στάχτη όπως και οι ελπίδες του για μία ζωή ως χωρικός  μακριά από τις ατέρμονες μάχες. Θα μπορούσε όμως άραγε; Είχε σφυρηλατηθεί από τον ίδιο τον Όντιν μαζι με τους τους υπόλοιπους συμπολεμιστές αλλά κι εχθρούς του στην γη της Μιντγκαρντ για τη  ύστατη μάχη του Ραγνκαροκ; Μια  νοσταλγική χαρμολύπη τον κατέλαβε καθώς οι φλόγες της μικρής εστίας που σιγόκαιγε μπρος του κατάπιαν τα λόγια της. Αγκάλιασε σφιχτά το σπαθί του, μοναδικό πιστό σύντροφο, ο οποίος τομ κρατούσε ασφαλή όλα αυτά τα χρόνια σαν κούρνιαζε στην δροσερή άμμο. Διερωτήθηκε τον λόγο της έκλειψης του φεγγαριού  εκείνες τις μέρες καθώς ένα σύννεφο διαχεόταν στον ορίζοντα. "Σκολ" Μόρφασε ειρωνικά πίνοντας μια γουλιά κρασί από το φλασκί του. Έμοιαζε με λύκο. Ποιος ξέρει τι είχε κάνει ο κατεργάρης Μάνη και τον κυνηγούσε πίσω από το άρμα του.

   Ίσως η αλαζονεία του πατέρα του να μην τιμωρούνταν αν η έπαρση του δεν εξόργιζε τους Θεούς. Το σημαντικό ήταν πώς θα τον ξανά συναντούσε στη μεταθανάτια ζωή όταν θα επελθοταν πληρωμα του χρόνου. Όταν ο ουρανός θα  έσπαγε σε εκατομμύρια διαμάντια και ο τρομερός λύκος Φενριρ θα απειλούσε την πτώση της Ασκαρντ. 

   Βέβαια οι δεσποτάδες, όπως τους αποκαλούσαν οι Γραικοί θεωρούσαν πως ήταν προφητικό σημάδι της άλωσης της πόλης καθώς όλο το χρονικό διάστημα ο στρατός της Βασιλεύουσας αμύνονταν κατά του οθωμανικού ζυγού  από τις 5 Απριλίου. 

   Έκλεισε απαλά τα βλέφαρα του. Χτύπησε το σπαθί στο έδαφος και ψιθύρισε ένα  σκοπό στα νορβηγικά. Επανέλαβε σε τακτικό ρυθμό γευόμενος κρασί γουλιά γουλιά Ζαλισμένος από εφορία αναμοδευσε τον αέρα με τις παλάμες του μπρος από το πρόσωπό του σε μία προσπάθεια τόσο να εξαγνίσει την αύρα του, όσο ο καπνός της φλεγόμενης επιστολής  να ταξιδέψει στον κόσμο των Εσιρ. Ένα μικρό κουδουνάκι στη λαβή του σπαθιού του ηχούσε σε κάθε χτύπημα όπως καμπάνες χτυπούσαν στον απέναντι λόφο λες και ο Θεός της αγαπημένης του έχει ακούσει τις σκέψεις του.   Έπεσε στην άμμο. Χαμογέλασε σκεπτόμενος την ειρωνεία της τύχης του. Χάιδεψε την προβιά της κάπας του και ο δείκτης του έτεινε προς τον ουρανό. Σε εκείνη τη λαμπερή βούλα, όλο και μεγάλωνε καθώς πλησίαζε κοντά του μέσα από τα γαλαξιακά νεφελώματα. Θεώρησε πως είχε ζαλιστεί από το πιοτό. Οχτώ γάτες, έσερναν ένα εντυπωσιακό άρμα,  σφυρηλατημένο γέννημα της φωτιάς των κατεργαραίων νάνων.  Η αφράτη γούνα τους, λεπτοφυής και αραχνοΰφαντη, πέρλες δροσοσταλίδων, απολήξεις διαγαλαξιακής υπερόχοτητας, το βάδισμα τους ελαφροπατιφο από αστέρι σε αστέρι. Μία γυναικεία φιγούρα κρατούσε τα γκέμια τους.  Φτερά γερακιού  τυλιγόταν γύρω από τους ώμους καταλήγοντας σε μια εντυπωσιακή κάπα της  ενώ πυκνές ατίθασες  καστανόξανθες μπουκλες παρασέρνονταν  από το χάδι του ανέμου... Πλαΐτης μία ασπίδα και ένα αιχμηρό δόρυ.

   Ήταν όντως δυνατόν; Η αφέντρα των Βαλκυριών τον αντάμωσε για να τον αποχαιρετήσει; Εγκατέλειψε το άρμα της και στροβιλίστηκε στον αιθέρα. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα του στην προσπάθειά του να αφυπνίσει τις αισθήσεις του.  Μα το φως που έκπεμπε η παρουσία της τον σαγήνευε όλο και περισσότερο σε μια δεινή παραισθήσεων. Ο ατίθασος χείμαρρος των μαλλιών της έπεσε σαν  καταρράκτης στο πρόσωπο του. Αν ο Λόκι, ο θεός της φωτιάς είχε χρησιμοποιήσει κάποιο σκανδαλιάρικο τέχνασμα, είχε πετύχει τεράστια επιρροή πάνω του.  Αν ήταν πραγματικότητα, ξεπερνούσε κάθε φαντασία! Τα αδύναμα ακροδάχτυλα του ψηλάφισαν  τα  κεχριμπαρένια δάκρυα του Μπροσινγκάμεν. Η Βασίλισσα των Ξωτικων, η Επιθυμία Αρπαγής των γιγαντων του έκανε την τιμή να εισακούσει την επίκληση του. Κούνησε αποκαρδιωμένος το κεφάλι του με μία γλυκόπικρη γεύση ευτυχίας σαν από τα σμαραγδένια μάτια της κύλησαν χρυσά ρυάκια στα ζυγωματικά της. Ξέρωκατάπιε σκεπτόμενος το πεδίο της μάχης.  Το διαπεραστικό ήχο των ξιφων, λόγχες να εξφεδονιζονται,  ασπίδες να διαμελίζονται και τις πονεμένες κραυγές των συμπολεμιστών του. Τι οιωνός! Η Φρέγια υποδεχόταν τους νεκρούς πολεμιστές κι αν αυτοί θεωρούνταν ανδρειωμένοι τότε συναντούσαν τον Ροπτ. Το δροσερό άγγιγμα της στο άναψα κοκκινισμένο μάγουλο του τον ανακουφίσε από το ζοφερό κυκεώνα των σκέψεών του. Τον ασπάστηκε με ένα φιλί στα χείλη. Γεύση από υδρόμελο, την αμβροσία των Αθανάτων. Το νέκταρ των Θεών κύλησε μέσα του καθαγιάζοντας την ύπαρξη του και σαν φλόγα, η οποία αναθερμάνει τα σπλάχνα όξυνε τις αισθήσεις του, καθώς χάθηκε στην ολότητα της και το πέπλο της νύχτας κάλυψε το θερμό εναγκαλισμό τους…
Συνεχιζεται....

Βασιλική Μπούζα Ⓒ 

Διαβαστε τα (ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΑΡΤ 2 και ΠΑΡΤ3 ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ) 

 

Βασιλική Μπούζα

Με λένε Βασιλική Μπούζα και κατοικώ στο Πέραμα του Πειραιά. Λατρεύω την φανταστική λογοτεχνία, κι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είμαι είτε με ένα βιβλίο κι ένα στυλό στο χέρι. Οδεύω προς την έκδοση του πρώτου ολοκληρωμένου συγγραφικού έργου μου και έχω συμμετάσχει στις ανθολογίες: Μαγικοί Χοροί, Θρύλοι του Σύμπαντος VI, Σκοτάδι, Το ξύπνημα.

Διαβάστε περισσότερα